Ο νεολογισμός φαντασμαγορία, που εμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα, απέκτησε σταδιακά ευρύτερη σημασία, και, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, εντάχθηκε στη σφαίρα της φαντασίας. Έπαψε να δηλώνει ένα εξωτερικό θέαμα φαντασμάτων και άρχισε να αναφέρεται σε ένα εσωτερικό, υποκειμενικό και συχνά παραισθησιογόνο «θέατρο του νου». Η μεταφορική αυτή χρήση κατέστη έκτοτε κοινός τόπος αισθητικών και θεωρητικών αναζητήσεων.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η επίδρασή της στη διαμόρφωση της όπερας του 19ου αιώνα, ιδίως της γκραντ-οπερά [grand opéra], ως πεδίου οπτικών ψευδαισθήσεων και έντονων πολυαισθητηριακών εμπειριών. Χαρακτηριστική είναι και η σύνδεση του όρου από τους Theodor W. Adorno [Τέοντορ B. Αντόρνο] και Walter Benjamin [Βάλτερ Μπένγιαμιν] με την αισθητική και τα έργα του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ].
Σήμερα, παρά τις αμφισημίες του, ο όρος συνδέεται με μια μοντερνιστική αντίληψη της τέχνης, εκφράζοντας τη διαλεκτική αλήθειας και ψευδαίσθησης και δίνοντας έμφαση στον χειρισμό των αισθήσεων. Από τη δεκαετία του 1960 παρατηρείται ανανεωμένο ενδιαφέρον, με την εμφάνιση πολυμεσικών και υβριδικών έργων, χαρακτηριζόμενων ως «προοδευτικών φαντασμαγοριών». Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η παράσταση μπαλέτου EJM 1-2 (1998), που ανέβηκε από τους Elizabeth Diller [Ελίζαμπεθ Ντίλλερ] και Ricardo Scofidio [Ρικάρντο Σκοφίντιο], το Fantasmagories Technοlogiques [Τεχνολογικές Φαντασμαγορίες] (2002, 2004) του Denis Marleau [Ντενίς Μαρλώ], η παράσταση Hamlet [Άμλετ] (2005) της σκηνοθέτριας Elizabeth LeCompte [Ελίζαμπεθ Λεκόμπτ] και η έκθεση Fantasmagoria Callas [Φαντασμαγορία Κάλλας] (17 Νοεμβρίου 2023-16 Σεπτεμβρίου 2024), που παρουσιάστηκε στο Μουσείο του Teatro alla Scala, σε επιμέλεια του Francesco Stocchi [Φραντσέσκο Στόκκι] και σκηνοθεσία της Margherita Palli [Μαργκερίτα Πάλλι].
Στην Ελλάδα, ο όρος εμφανίζεται ήδη από τον 19ο αιώνα στη θεατρική γραμματεία και ενισχύεται τον 20ό, κυρίως στο ελαφρό μουσικό θέατρο, όπου συνδέεται με το υπερθέαμα. Κατά τον Μεσοπόλεμο, το φαντασμαγορικό στοιχείο συγχωνεύεται με τη σάτιρα στην επιθεώρηση, συμβάλλοντας στην ακμή της, ενώ εμφανίζεται και στην οπερέτα. Σημαντική υπήρξε η συμβολή του Ανδρέα Μακέδου και του Αλέξη Αρντάτωφ, ιδίως με την εισαγωγή της φαντασμαγορικής υπερεπιθεώρησης [revue-féerie] που είχε επικρατήσει στο εξωτερικό, μέσω της παράστασης του έργου Σαπουνόφουσκες (1926). Μεταπολεμικά, η φαντασμαγορία κυριαρχεί στην επιθεώρηση, δίνοντας έμφαση στο θέαμα και την κίνηση, ενώ, παρά τον κορεσμό της, δεν εκλείπει. Αντίθετα, αναβιώνει έντονα από τη δεκαετία του 1990 στην ελληνική τηλεόραση, μέσα από ποικίλα ψυχαγωγικά και διαγωνιστικά σόου, με ευρεία απήχηση.